σαντζάκι(ο)

το, Ν
1. σημαία πάνω σε κοντό που μπήγεται στο έδαφος
2. παλαιά διοικητική περιφέρεια στην Τουρκία, υποδιαίρεση τού βιλαετιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. sancak].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαντζάκι — Τουρκική λέξη, που σημαίνει σημαία. Έτσι ονομάστηκαν οι δύο μοναδικές διοικητικές μονάδες του τότε Οθωμανικού κράτους, επί Σουλτάνου Ορχάν, δεύτερου χρονολογικά σουλτάνου του κράτους. Καθώς όμως το κράτος μεγάλωνε σε έκταση, αυξανόταν και ο… …   Dictionary of Greek

  • σαντζακόσχοινο — το, Ν ναυτ. σχοινί που χρησιμοποιείται για την έπαρση σημαιών ή άλλων διακριτικών σημάτων, το σηματόσχοινο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σαντζάκι + σχοινί] …   Dictionary of Greek

  • Βεράτι ή Μπεράτι — (Berat). Πόλη (128.410 κάτ. το 2001) της κεντρικής Αλβανίας, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (1.802 τ. χλμ., 193.855 κάτ. το 2001). Η περιοχή του Β. παράγει καπνό, σταφύλια και λαχανικά καθώς και κτηνοτροφικά προϊόντα. Λειτουργούν επίσης… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Κοινωνία και Οικονομία (Αρχαιότητα) — ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η οικονομία στην Aρχαϊκή περίοδο Στον τομέα της οικονομίας, στην Aρχαϊκή περίοδο, σημειώθηκε μια σημαντική πρόοδος σε σχέση με τη Γεωμετρική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της Γεωμετρικής… …   Dictionary of Greek

  • Θεσσαλονίκη — I (4ος αι. π.Χ.). Κόρη του Φιλίππου Β’ της Μακεδονίας και της συζύγου του Νικησίπολης, αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σύζυγός της υπήρξε ο Κάσσανδρος, από τον οποίο απέκτησε τρεις γιους: τον Φίλιππο, τον Αντίπατρο και τον Αλέξανδρο. Τη σκότωσε ο… …   Dictionary of Greek

  • Πέλλας, νομός — Διοικητική διαίρεση της περιφέρειας Kεντρικής Μακεδονίας, στο βορειοδυτικό τμήμα της, που συνορεύει στα Β με τα Σκόπια, στα Α με τους νoμούς Κιλκίς και Θεσσαλονίκης, στα Ν με τους νομούς Ημαθίας και Κοζάνης και στα Δ με τον νομό Φλώρινας. Έχει… …   Dictionary of Greek

  • sangeac — SANGEÁC, (1, 2) sangeacuri, s.n., (3) sangeaci, s.m. (înv.) 1. s.n. Steag turcesc de culoare verde; (în special) steag cu semiluna în vârful lăncii, trimis de Poarta Otomană noului domn ales în ţările româneşti. 2. s.n. Diviziune teritorială în… …   Dicționar Român

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.